Έκθεση Πισσαρίδη: «Κλειδί» οι μεταρρυθμίσεις, σε πρώτο πλάνο οι μειωμένοι συντελεστές

Έκθεση Πισσαρίδη: «Κλειδί» οι μεταρρυθμίσεις, σε πρώτο πλάνο οι μειωμένοι συντελεστές

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ UPD 15:21 Δημιουργία 24/11/20, 14:44

Η μείωση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους αλλά και η συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας προτάσσεται στο κείμενο που συνέταξε η ομάδα του οικονομολόγου Χ. Πισσαρίδη και το οποίο παρουσιάστηκε χθες, Δευτέρα, στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.

Σύμφωνα με το κείμενο της έκθεσης, οι δράσεις πολιτικής που περιγράφονται έχουν ως σκοπό την αύξηση των εισοδημάτων των ελληνικών νοικοκυριών κατά την επόμενη δεκαετία και τη σύγκλιση με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, σε διατηρήσιμη βάση.

Όπως επισημαίνεται αυτό μπορεί να συμβεί εάν υπάρξει συστηματική αύξηση της παραγωγικότητας και της συμμετοχής στην αγορά εργασίας, τομείς όπου καταγράφεται διαχρονικά υστέρηση. Για την αύξηση της παραγωγικότητας είναι απαραίτητες δομικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του δημόσιου τομέα και των αγορών, ενώ κεντρικό ρόλο πρέπει να έχουν οι επενδύσεις και η ενσωμάτωση καινοτόμων μεθόδων παραγωγής και νέων τεχνολογιών.

"Δεδομένης της ιδιαίτερα υψηλής ανεργίας και του μεγάλου επενδυτικού κενού στην τρέχουσα συγκυρία, μπορεί να επιτευχθεί σημαντική μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας αμέσως μετά την λήξη της τρέχουσας κρίσης που σχετίζεται με την πανδημία COVID-19. Όμως, αυτή θα είναι προσωρινή και σχετικά ασθενής, εάν δεν δημιουργηθούν οι συνθήκες για να δρομολογηθεί σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας" αναφέρεται. Επιπρόσθετα, εκτιμάται πως η εφαρμογή δράσεων πολιτικής με σκοπό τη συστηματική και μεσοπρόθεσμη αύξηση της παραγωγικότητας αναμένεται να έχει θετική επίδραση και μέσω της βελτίωσης των προσδοκιών, που μπορούν να προσελκύσουν φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο σε πολύ αμεσότερο χρονικό ορίζοντα.

Γίνεται σαφές πως η συστηματική αύξηση της παραγωγικότητας συνδέεται στενά με την αύξηση της εξωστρέφειας της οικονομίας. Η αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών και προϊόντων αποτελεί κεντρική προϋπόθεση μιας ισχυρής αναπτυξιακής πορείας, για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, το μικρό μέγεθος της εσωτερικής αγοράς δεν επιτρέπει σε επαρκή βαθμό εξειδίκευση και εκμετάλλευση οικονομικών κλίμακας. Δεύτερον, ο προσανατολισμός των επιχειρήσεων στη διεθνή αγορά είναι σύμφυτος με τη λειτουργία τους στη βάση της καινοτομίας και συμβάλλει στην αύξηση του μέσου μεγέθους και της ανταγωνιστικότητάς τους. Εντείνει, με αυτόν τον τρόπο, τη διασύνδεση της ελληνικής οικονομίας με τις παγκόσμιες τεχνολογικές και οικονομικές τάσεις, επιτρέποντας έτσι υψηλότερα εισοδήματα εγχωρίως.

H εφαρμογή του σχεδίου που παρουσιάζεται στην Έκθεση, αναφέρεται πως πέρα από τη στενότερη διασύνδεση της οικονομίας με το εξωτερικό, θα οδηγήσει στο να λειτουργεί και η ίδια εσωτερικά ως ένα περισσότερο ανοιχτό σύστημα, με απλούστερους κανόνες και λιγότερους περιορισμούς. Υπάρχουν, ως προς αυτό, δύο πτυχές. Αφενός, η μείωση του φορολογικού και ασφαλιστικού βάρους στην επίσημη εργασία, και η άμβλυνση των τυπικών και άτυπων εμποδίων στην επιχειρηματικότητα αναφορικά με την είσοδο και επέκταση στις αγορές. Αφετέρου, η λειτουργία του δημόσιου τομέα ως πυλώνα που θα προσφέρει ευρύτερη ασφάλεια, εκπαίδευση και συνεχιζόμενη κατάρτιση προς όλους τους εργαζόμενους, διευκολύνοντας έτσι την καινοτομική δραστηριότητα και την καλύτερη διασύνδεσή τους με τις εξελισσόμενες ανάγκες και ευκαιρίες της αγοράς εργασίας.

Η λειτουργία της οικονομίας ως περισσότερο ανοικτής θα ευνοήσει τμήματα του πληθυσμού που η σημερινή κατάσταση κρατά σε μειονεκτική θέση, όπως οι γυναίκες και οι νέοι. Θα ενισχύσει επίσης την κοινωνική κινητικότητα, που βρίσκεται σε χαμηλό επίπεδο. Τόσο γενικότερα μέτρα που καθιστούν τις αγορές αγαθών και εργασίας περισσότερο δυναμικές, όσο και άλλα ειδικότερα που περιγράφονται στην Έκθεση, θα συμβάλλουν προς αυτό. Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να λαμβάνεται για την αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση στην οικονομία ατόμων με ειδικές ανάγκες και μεταναστών, όπου σήμερα υπάρχει σημαντικό έλλειμα.

Η προοπτική μετασχηματισμού της οικονομίας με αύξηση της παραγωγικότητας και της εξωστρέφειας, θα επιτρέψει τη σταδιακή σύγκλιση, ως προς κεντρικά χαρακτηριστικά της, με τις άλλες οικονομίες της ΕΕ. Θα επιτρέψει, παράλληλα, την πληρέστερη εκμετάλλευση συγκριτικών πλεονεκτημάτων που σχετίζονται με ειδικά χαρακτηριστικά της χώρας, όπως η γεωγραφική της θέση και η ύπαρξη ισχυρής ομογένειας και άλλου ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό.

Χρονικός ορίζοντας και χρηματοδότηση

Αν και η δυναμική της παγκόσμιας οικονομίας θα είναι ιδιαίτερα αβέβαιη την επόμενη δεκαετία, αυτή η περίοδος μπορεί σχηματικά να διαιρεθεί σε δύο μέρη όσον αφορά το πλαίσιο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αναφέρεται.

Κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας, αναμένεται να συνυπάρχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά. Δυνατότητα εκμετάλλευσης του παραγωγικού κενού εγχωρίως για επίτευξη μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ, με σταδιακή μείωση ανεργίας και επενδυτικού κενού. Δυνατότητα ενίσχυσης εξαγωγών λόγω αύξησης της διεθνούς ζήτησης, σε συνέχεια της αναγκαστικής μείωσης της κατανάλωσης και των επενδύσεων κατά την κρίση της πανδημίας COVID-19. Οι ιδιωτικές επενδύσεις εγχωρίως θα υστερούν, όμως, σε σχέση με τις ανάγκες, στον βαθμό που οι σχετικές αγκυλώσεις στο θεσμικό περιβάλλον και στη χρηματοδότηση θα αίρονται μόνο σταδιακά. Η χρηματοδότηση από τα προγράμματα της ΕΕ σχετικά με την αντιμετώπιση της πανδημίας θα είναι σημαντική. Τα επιτόκια διεθνώς αναμένεται να κυμαίνονται χαμηλά, παρά την αντιστροφή των ευρύτερων μέτρων νομισματικής πολιτικής, στοιχείο που θα επιτρέπει σχετικά ευκολότερη αναχρηματοδότηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Οι απαιτήσεις για την αναχρηματοδότηση του διμερούς δημόσιου χρέους, σε συμφωνία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, θα είναι χαμηλές.

Σε αυτό το διάστημα, είναι κρίσιμη η αποτελεσματική χρησιμοποίηση ευρωπαϊκών και εθνικών δημόσιων πόρων για να στηριχθούν αφενός επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές και αφετέρου δομικές μεταρρυθμίσεις που θα δρομολογήσουν την αύξηση της παραγωγικότητας και της συμμετοχής στην αγορά εργασίας. Δεδομένης της αρχικά ιδιαίτερα υψηλής ανεργίας, προτεραιότητα θα πρέπει επίσης να δοθεί σε παρεμβάσεις που βραχυπρόθεσμα θα δημιουργούν μεγάλο αριθμό θέσεων εργασίας ή τις συνθήκες ώστε η ανεργία να παραμείνει συστηματικά χαμηλή κατά τα επόμενα έτη. Τέλος, η οικονομία θα πρέπει να κινηθεί σε πλαίσιο δημοσιονομικής αξιοπιστίας, με πρωτογενή πλεονάσματα που θα μειώνουν σταδιακά το δημόσιο χρέος, αλλά θα είναι ήπια ώστε να μην εμποδίζεται η ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης.

Ο ρόλος του "Ταμείου Ανάκαμψης" (NextGenerationEU) και του ΕΣΠΑ 2021-2027 (Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο) σε αυτό το διάστημα θα είναι ιδιαίτερα σημαντικός, όχι μόνο για να καλυφθεί μέρος του αρχικού κενού των ιδιωτικών επενδύσεων και να επουλωθούν πληγές που θα έχει αφήσει η πανδημία, αλλά κυρίως για να υποβοηθηθεί η στροφή στο παραγωγικό υπόδειγμα της οικονομίας. Παράλληλα το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων θα πρέπει να ενισχυθεί με πόρους και ως προς την αποτελεσματικότητά του στη βάση κυλιόμενου αλλά συστηματικού μεσοπρόθεσμου (πενταετούς) σχεδιασμού. Όμως, οι δημόσιοι πόροι, αν και σημαντικοί, δεν επαρκούν από μόνοι τους για να καλύψουν το επενδυτικό κενό και τις άλλες σχετικές ανάγκες. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν καταλυτικά ώστε να μοχλεύσουν πολλαπλάσιους ιδιωτικούς πόρους, με διάφορους τρόπους συμπεριλαμβάνοντας ΣΔΙΤ και προγράμματα της Αναπτυξιακής Τράπεζας.

Κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας, οι περισσότερες από τις τάσεις που αναφέρονται παραπάνω αναμένεται να έχουν αναστραφεί προς τους μακροχρόνιους μέσους όρους τους. Τα επιτόκια χρηματοδότησης ενδέχεται να κινηθούν ανοδικά, σε ένα διάστημα όταν και οι απαιτήσεις για την αναχρηματοδότηση του διμερούς δημόσιου χρέους είναι προγραμματισμένες να αυξηθούν. Η δυνατότητα αύξησης της απασχόλησης μέσω μείωσης της ανεργίας θα έχει περιοριστεί. Η χρηματοδότηση από ειδικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να έχει επίσης περιοριστεί, αν και όχι πλήρως απαλειφθεί. Εξελίξεις, με αβέβαιη κατεύθυνση, αναμένονται σχετικά με την περαιτέρω εμβάθυνση της Ευρωζώνης και τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής. Αναμένεται επιτάχυνση των τεχνολογικών εξελίξεων, όπως αυτών που σχετίζονται με την ψηφιοποίηση και τεχνητή νοημοσύνη, τις πράσινες τεχνολογίες και την ιατρική, που θα καταργήσουν πολλές θέσεις εργασίας και θα δημιουργήσουν άλλες.

Γίνεται σαφές πως σε αυτό το διάστημα, είναι κρίσιμο να έχουν αποδώσει καρπούς οι δομικές παρεμβάσεις των προηγούμενων ετών, που θα στηρίζουν υψηλότερη παραγωγικότητα και συμμετοχή στην αγορά εργασίας. Η ισχυρότερη παραγωγική βάση και το ευνοϊκότερο επιχειρηματικό περιβάλλον θα μπορούν να προσελκύσουν υψηλότερες επενδύσεις από εγχώριους και ξένους επενδυτές και να υποστηρίξουν την επιθυμητή αύξηση της παραγωγικότητας και των εξαγωγών. Η εμπέδωση μιας περιβαλλοντικά φιλικής ταυτότητας και ένας αποτελεσματικότερος δημόσιος τομέας θα καταστήσουν επίσης τη χώρα ελκυστικότερη για μόνιμους κατοίκους και επισκέπτες.

Προτεραιότητες

Οι προτεινόμενες δράσεις στην Έκθεση δρουν συμπληρωματικά με κοινό σκοπό την ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας. Ενώ όλες οι δράσεις αναμένεται να έχουν ευεργετικά αποτελέσματα, oι προτεραιότητες μεταξύ τους μπορεί να διαφέρουν. Κάποιες δράσεις μπορεί να είναι περισσότερο αποτελεσματικές ή εύκολα υλοποιήσιμες αν άλλες λάβουν χώρα σε συνδυασμό ή πριν από αυτές. Κάποιες μπορεί να έχουν μεγαλύτερα οφέλη σε σχέση με το κόστος τους, ή να αποφέρουν οφέλη σε πιο σύντομο χρονικό ορίζοντα. Κάποιες άλλες μπορεί να είναι εντάξιμες σε ευρωπαϊκά προγράμματα και επομένως να έχουν ευκολότερη χρηματοδότηση.

Ως γενική αρχή, δράσεις που καθιστούν την αγορά εργασίας πιο ευέλικτη είναι πιο εύκολα υλοποιήσιμες και αποτελεσματικές αν έχουν προηγηθεί δράσεις που μειώνουν τα εμπόδια εισόδου στις αγορές προϊόντων. Αυτό επειδή o εντονότερος ανταγωνισμός στις αγορές προϊόντων μειώνει τα υπερβολικά κέρδη που κάποιες επιχειρήσεις αποκομίζουν εις βάρος των καταναλωτών και των ενδιάμεσων αγοραστών, αυξάνοντας έτσι την παραγωγικότητα στο σύνολο της οικονομίας και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας. Επομένως, ακόμα και αν η ευελιξία στην αγορά εργασίας προκαλέσει προσωρινά μείωση του τμήματος των κερδών που πηγαίνουν στους εργαζόμενους, οι απώλειες αυτές είναι μικρότερες και αντισταθμίζονται από ευκολότερη ανεύρεση εργασίας και υψηλότερες αποδοχές σε μια πιο δυναμική οικονομία.

Αντίστοιχα, δράσεις που μειώνουν τα εμπόδια εισόδου στις αγορές προϊόντων είναι πιο εύκολα υλοποιήσιμες αν έχουν προηγηθεί δράσεις που βελτιώνουν τη λειτουργία των αγορών κεφαλαίου και την προστασία των επενδυτών. Αυτό επειδή η επέκταση της παραγωγής και η είσοδος νέων επιχειρήσεων στις αγορές προϋποθέτει επενδύσεις και πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Επειδή, επίσης, οι αντιδράσεις από τη μείωση των υπερβολικών κερδών που προκαλεί ο εντονότερος ανταγωνισμός, κάμπτονται ευκολότερα όταν ενδεχόμενη μεταβίβαση των επιχειρήσεων, μέσω των κεφαλαιαγορών σε πιο παραγωγικά διοικητικά σχήματα, μπορεί να γίνει με ευνοϊκότερους όρους.

Συνεπώς, η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και το άνοιγμα της οικονομίας σε νέες επενδύσεις και επιχειρήσεις πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα και είναι συνθήκη και για την επιτυχία άλλων μεταρρυθμίσεων.

Προτεραιότητα θα πρέπει επίσης να δοθεί σε επενδύσεις στο φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο, οι οποίες θα αυξήσουν σταδιακά την παραγωγικότητα και θα καταστήσουν τη χώρα ελκυστικό επιχειρηματικό προορισμό. Οι δράσεις βελτίωσης του φυσικού κεφαλαίου περιλαμβάνουν επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, σε δίκτυα μεταφορών και ενέργειας, και σε διαχείριση απορριμμάτων και άλλες πράσινες τεχνολογίες. Δράσεις ενίσχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου περιλαμβάνουν προγράμματα κατάρτισης σε ανερχόμενους τομείς οικονομικής δραστηριότητας και βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο είναι ιδιαίτερα σημαντικές, δεδομένων συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας σε δραστηριότητες έντασης εργασίας και του δυνητικού ρόλου της ομογένειας, που έχει ισχυρή παρουσία σε κορυφαίους επιστημονικούς και επαγγελματικούς τομείς.

Κρίσιμοι για τις επενδύσεις σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο είναι οι πόροι από τα ευρωπαϊκά προγράμματα συνοχής και από το Ταμείο Ανάκαμψης. Οι πόροι αυτοί δημιουργούν βραχυπρόθεσμα δημοσιονομικό χώρο για την Ελλάδα, ο οποίος είναι κρίσιμο να αξιοποιηθεί αποτελεσματικά ώστε να έχει υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.

Πέρα από την ενίσχυση του φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί και στις δράσεις που θα συμβάλλουν στην ταχεία μείωση της ανεργίας, με την ταυτόχρονη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών και άλλων διαθέσιμων πόρων. Η ανεργία είναι σήμερα ιδιαίτερα υψηλή, και δεν έχει μόνο κυκλικά χαρακτηριστικά αλλά και δομικά, οπότε η μείωσή της δεν θα είναι εύκολη.

Δεδομένων των παραπάνω, και χωρίς αυτό να σημαίνει πως για άλλες δράσεις θα πρέπει να υπάρξει καθυστέρηση στην εφαρμογή, προτείνονται ως άμεσες προτεραιότητες οι εξής:

Παραγωγή και επενδύσεις: Δραστική μείωση του κόστους στην επίσημη εργασία με μείωση του φορολογικού και ασφαλιστικού βάρους. Ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση αποσβέσεων για επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και καινοτομία. Ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων. Επενδύσεις σε υποδομές με προτεραιότητα σε μεταφορές εμπορευμάτων και σε μετακινήσεις σε επιβαρυμένους διαδρόμους για πολίτες και τον τουρισμό. Ενίσχυση εξαγωγικών κλάδων της μεταποίησης με μείωση κόστους ενέργειας και άμβλυνση διοικητικών εμποδίων. Διαχείριση απορριμμάτων και κυκλική οικονομία.

Ανθρώπινο κεφάλαιο: Νέα προγράμματα και δομές κατάρτισης εργαζόμενων και ανέργων. Οργανωτικές παρεμβάσεις σε σχολικές μονάδες. Διεύρυνση και αναβάθμιση της προσχολικής αγωγής. Διευκόλυνση της πληρέστερης ένταξης των γυναικών στην αγορά εργασίας. Προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου για ενίσχυση έρευνας αιχμής σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα που θα υποστηρίζουν συστάδες (clusters) σε συνδυασμό με την παραγωγή.

Δημόσιος τομέας και διοίκηση: Επιτάχυνση της ψηφιοποίησης υπηρεσιών του δημόσιου τομέα. Ενίσχυση πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και νοσοκομειακών μονάδων με ισχυρό ρόλο σε συστήματα παρακολούθησης. Επέκταση ειδικών τμημάτων στα δικαστήρια για οικονομικές υποθέσεις και διεύρυνση των μηχανισμών εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών. Ενίσχυση του συστήματος χρηματοπιστωτικής εποπτείας στον τομέα της προστασίας των επενδυτών.

Εφαρμογή και παρακολούθηση

Η αντιστροφή της τάσης απόκλισης της ελληνικής οικονομίας από τον μέσο όρο της EE προϋποθέτει σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία του δημόσιου τομέα και των αγορών. Πολλές από τις αλλαγές απαιτούν συστηματική εφαρμογή πολιτικών για χρονικό διάστημα που μπορεί να υπερβαίνει τη θητεία μιας κυβέρνησης. Θα είναι χρήσιμο, επομένως, να υπάρχει συναίνεση μεταξύ των κύριων πολιτικών δυνάμεων καθώς και μέσα στην κοινωνία για τις κεντρικές πολιτικές επιλογές και την αναγκαιότητά τους.

Κρίσιμη για την επίτευξη συναίνεσης είναι η συνειδητοποίηση ότι χωρίς ενδυνάμωση της οικονομίας ακόμη και τα σημερινά χαμηλά εισοδήματα δεν θα είναι διατηρήσιμα, ενώ θα ελλοχεύουν νέοι κίνδυνοι. Η συναίνεση θα μπορεί να είναι ισχυρότερη στον βαθμό που υπάρχει βάσιμη προσδοκία πως όλοι θα έχουν πρόσβαση, χωρίς αποκλεισμούς, στα οφέλη από μια ισχυρότερη οικονομία. Το σύνολο των αλλαγών που εισηγείται η Έκθεση συμβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς οδηγεί σε μείωση των περιορισμών πρόσβασης σε δημόσιες υπηρεσίες και σε αγορές, καθιστώντας έτσι την οικονομία ένα περισσότερο ανοικτό σύστημα.

Πέραν της ανάγκης συναίνεσης, στον βαθμό που αυτή είναι εφικτή, χρήσιμοι είναι μηχανισμοί που αφορούν την παρακολούθηση και ανάλυση της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής. Κάποιοι από αυτούς τους θεσμούς και δράσεις βρίσκονται εντός του δημόσιου τομέα, κάποιοι άλλοι είναι σε ευρωπαϊκό επίπεδο και κάποιοι εντός της χώρας, αλλά εκτός του δημόσιου τομέα.

Σε επίπεδο κυβέρνησης, είναι επιθυμητό να υπάρχει μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός πολιτικής που να υποστηρίζει με σαφήνεια την αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου και να έχει ενδιάμεσους ποσοτικούς στόχους στα κεντρικά χαρακτηριστικά της οικονομίας. Ανάλογος σχεδιασμός είναι επιθυμητός στο επίπεδο της κάθε περιφέρειας.

Όπως και κάθε άλλη οικονομία της Ευρωζώνης ή της ΕΕ, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε παρακολούθηση από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς στο πλαίσιο του "ευρωπαϊκού εξαμήνου" και ευρύτερα. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η παρακολούθηση αυτή να εστιάζεται περισσότερο στην αναπτυξιακή προοπτική της χώρας και όχι μόνο στη δημοσιονομική της πορεία. Ταυτόχρονα, το εθνικό σχέδιο ανάπτυξης, που θα συμφωνηθεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του NextGenerationEU είναι επιθυμητό να αναγνωρίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας και την ανάγκη ενδυνάμωσης της παραγωγικής της βάσης.

Ιδιαίτερα σημαντικός είναι επίσης ο ρόλος θεσμών παρακολούθησης και ανάλυσης της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής που βρίσκονται εντός της χώρας, μπορεί να συνεργάζονται με την εκάστοτε κυβέρνηση αλλά είναι ανεξάρτητοι από αυτή, και έχουν διάρκεια στη λειτουργία τους. Η ανεξαρτησία είναι κρίσιμη ώστε οι θεσμοί να μπορούν να επισημαίνουν έγκαιρα και με αξιοπιστία ενδεχόμενες αστοχίες στην οικονομική πολιτική.

Κάποιοι ανεξάρτητοι θεσμοί βρίσκονται εντός του δημόσιου τομέα και λειτουργούν ως Ανεξάρτητες Αρχές. Μεταξύ των αρμοδιοτήτων τους είναι να προσφέρουν αξιόπιστα δεδομένα με διαχρονικά συγκρίσιμο τρόπο, καθώς και ανάλυση για κρίσιμες πλευρές της οικονομίας. Παραδείγματα είναι το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η Ελληνική Στατιστική Αρχή, η Επιτροπή Ανταγωνισμού, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδας. Κάποιες από τις Αρχές αυτές θα πρέπει να ενισχυθούν σε ανεξαρτησία και πόρους, όπως τονίζεται σε προηγούμενα κεφάλαια της Έκθεσης. Σημαντική είναι και η συμβολή επιτροπών παρακολούθησης των εφαρμοζόμενων πολιτικών σε τομείς όπως το περιβάλλον, η εκπαίδευση, η υγεία, και η δικαιοσύνη. Οι επιτροπές αυτές θα πρέπει να προσφέρουν συστηματικά πληροφόρηση προς όλους.

Κάποιοι άλλοι ανεξάρτητοι θεσμοί βρίσκονται εκτός του δημόσιου τομέα και περιλαμβάνουν εκπροσώπους επιχειρήσεων, εργαζομένων και επιστημόνων. Παραδείγματα είναι τα Ινστιτούτα των κοινωνικών εταίρων (όπως των ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, και άλλων), το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, και το Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας. Οι θεσμοί αυτοί μπορούν να έχουν διακριτό και σημαντικό συμβουλευτικό ρόλο στη βάση μετρήσεων και αναλύσεων σε τομείς όπως η ανταγωνιστικότητα, το επιχειρηματικό περιβάλλον, η αγορά εργασίας, και επιμέρους τομείς όπως η βιομηχανία ή ο τουρισμός.

Προτείνεται, τέλος, να θεσπιστεί επιστημονικό όργανο υψηλού κύρους που να δρα με απόλυτη ανεξαρτησία σε σχέση με την εκάστοτε κυβέρνηση και άλλους ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς, να παρακολουθεί σε ετήσια βάση συνολικά τις οικονομικές πολιτικές και να εισηγείται για τα σημεία προόδου, υστέρησης και ανάγκης αλλαγής κατεύθυνσης. Ενδεικτικά πρότυπα τέτοιων οργάνων είναι το Συμβούλιο Οικονομικής Ανάλυσης (Conseil d’Analyse Economique) στη Γαλλία, και το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (Sachverständigenrat zur Begutachtung der gesamtwirtschaftlichen Entwicklung) στη Γερμανία.

Η μελέτη

Έκθεση αυτή παρουσιάζει ένα συνεκτικό σχέδιο ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία. Οι δράσεις που προτείνονται βασίζονται σε οικονομική ανάλυση και την εμπειρία εφαρμογής πολιτικών στην πράξη. Εξειδικεύονται με βάση τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας, τις πρόσφατες εξελίξεις και διεθνείς τάσεις. Εφόσον το σχέδιο ανάπτυξης εφαρμοστεί συστηματικά, θα οδηγήσει σε υψηλότερη ευημερία για τα νοικοκυριά, μέσω της συστηματικής ενίσχυσης της παραγωγικότητας και των αμοιβών της εργασίας.

Στην Έκθεση αναλύονται τα κύρια χαρακτηριστικά και τάσεις της ελληνικής οικονομίας, οι βασικές παγκόσμιες τάσεις που θα επηρεάσουν τη μελλοντική της πορεία, η γενική κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθεί ώστε να επιτευχθεί ισχυρή ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα, οι σημαντικότερες αγκυλώσεις που εμποδίζουν σήμερα την αναπτυξιακή της τροχιά, και προτεινόμενες δράσεις αναπτυξιακής πολιτικής. Οι προτεινόμενες παρεμβάσεις είναι οργανωμένες, κατά σειρά, σε δράσεις που αφορούν τον δημόσιο τομέα, σε οριζόντιες δράσεις που αφορούν τις αγορές, και σε κάθετες δράσεις ειδικά σε κεντρικούς τομείς και κλάδους της οικονομίας.

Εκτιμάται πως "η ελληνική οικονομία διολισθαίνει τα τελευταία χρόνια σταδιακά σε χαμηλότερα επίπεδα εισοδημάτων και ευημερίας, υποχωρώντας σε πολλές ουσιώδεις κατηγορίες σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές. Η Έκθεση υπογραμμίζει πως η χαμηλή παραγωγικότητα και η εσωστρέφεια, κεντρικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, αποτελούν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος και προκύπτουν από την αναποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και των θεσμών".

Η Έκθεση εκτιμά πως η ουσιαστική ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας προϋποθέτει δομικές αλλαγές που είναι εύλογο να συνεχίσουν να εξελίσσονται σε βάθος ετών, οπότε και θα φανούν τα πλήρη αποτελέσματα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι αλλαγές δεν είναι σκόπιμο να ξεκινήσουν το συντομότερο δυνατό. Τα θετικά αποτελέσματα αναμένεται να είναι ισχυρά ήδη από την αρχή. Ενδεικτικά, η αξιόπιστη τοποθέτηση της οικονομικής πολιτικής για την υποστήριξη ισχυρότερων ρυθμών ανάπτυξης μπορεί να προσελκύσει άμεσα επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας και ανθρώπινο κεφάλαιο. Αντίθετα, όσο χάνονται ευκαιρίες, η σχετική θέση της ελληνικής οικονομίας επιδεινώνεται και η έκθεσή της σε κινδύνους από το διεθνές περιβάλλον αυξάνεται. Αυτοί οι κίνδυνοι μπορεί να είναι συχνά απρόβλεπτοι, όπως αποδεικνύεται από την πανδημία COVID-19 που βρίσκεται σε εξέλιξη. To βάθος και η τελική έκταση της τρέχουσας ύφεσης στην ελληνική οικονομία και παγκοσμίως είναι δύσκολο να προβλεφθούν, όμως ασφαλώς πρόκειται για μια ιδιαίτερα έντονη διαταραχή που απαιτεί, εκτός από τους βραχυπρόθεσμους χειρισμούς, και επιτάχυνση των πολιτικών ενίσχυσης της παραγωγικής δομής".

Γίνεται σαφές πως "ενώ η Έκθεση περιέχει προτάσεις προς εφαρμογή, δεν αποτελεί επιχειρησιακό εγχειρίδιο. Για την επιτυχία των προτεινόμενων δράσεων, φυσικά, κρίσιμης σημασίας είναι η συστηματική εφαρμογή στην πράξη, μέσω κατάλληλων μηχανισμών της κυβέρνησης και της κεντρικής διοίκησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπών οργανισμών και φορέων, όπως και η παρακολούθηση της προόδου που θα επιτελείται και οι αναγκαίες προσαρμογές".

Αν σου άρεσε κάνε